Skip to main content
Η Αίρεση του Πατριάρχη Κυρίλλου
Παράρτημα Α΄

Περί Consensus Patrum

Με ποιο κριτήριο αναγνωρίζουμε την αίρεση, και ποιος έχει την εξουσία να το πράξει;

Πολλοί αναγνώστες, ιδιαίτερα όσοι διαμορφώθηκαν σε δυτικά ακαδημαϊκά ή θεσμικά πλαίσια, υποθέτουν ότι «συναίνεση» σημαίνει ψηφοφορία πλειοψηφίας, ότι «εξουσία» σημαίνει ακαδημαϊκά διαπιστευτήρια ή ιεραρχική θέση, και ότι «παράδοση» σημαίνει ό,τι η θεσμική Εκκλησία διδάσκει σήμερα. Αυτές οι υποθέσεις είναι εσφαλμένες. Η κατανόηση της ορθόδοξης έννοιας του consensus patrum (της συμφωνίας των Πατέρων) είναι απαραίτητη για να κατανοήσει κανείς γιατί τα επιχειρήματα αυτού του βιβλίου έχουν βαρύτητα, και γιατί οι υπερασπίσεις που προβάλλουν ακαδημαϊκοί θεολόγοι δεν έχουν.

Τι είναι η Consensus Patrum;

Ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, εκείνος ο στύλος της ορθόδοξης θεολογίας, διατύπωσε τη αρχή με χαρακτηριστική ακρίβεια:

«οὐ τὸ σπάνιον νόμος τῇ ἐκκλησίᾳ «οὐδὲ μία χελιδὼν ἔαρ ποιεῖ», ὡς καὶ τῷ θεολόγῳ Γρηγορίῳ καὶ τῇ ἀληθείᾳ δοκεῖ· οὐδὲ λόγος εἷς δυνατὸς ὅλης ἐκκλησίας τῆς ἀπὸ γῆς περάτων μέχρι τῶν αὐτῆς περάτων ἀνατρέψαι παράδοσιν.»

— Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, «Κατά εκείνων που επιτίθενται στις Άγιες Εικόνες», στο Έλληνες Πατέρες της Εκκλησίας, τόμ. 3, παρ. 25-26[1]

Αλλού, ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός προειδοποιεί κατά εκείνων που καινοτομούν:

Δεν θα μετακινήσουμε τα αρχαία όρια που έθεσαν οι πατέρες μας, αλλά κρατούμε τις παραδόσεις που παρελάβαμε, μη μετακινώντας τα όρια που έθεσαν οι άγιοι Πατέρες μας, ούτε δίνοντας τόπο σε εκείνους που θέλουν να καινοτομήσουν και να καταστρέψουν το οικοδόμημα της αγίας Εκκλησίας του Θεού.

— Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, Περί Εικόνων (Τρίτη Απολογία)

Αυτή η δήλωση περιέχει αρκετές κρίσιμες αρχές:

  1. Το σπάνιο δεν αποτελεί κανόνα. Κανείς μπορεί πάντοτε να βρει μεμονωμένη δήλωση ενός Πατρός που φαίνεται να υποστηρίζει σχεδόν οποιαδήποτε θέση. Μεμονωμένες δηλώσεις όμως δεν θεμελιώνουν δόγμα. Η συναίνεση το θεμελιώνει.
  2. Ένα χελιδόνι δεν φέρνει τη άνοιξη. Ένας μεμονωμένος θεολόγος, οσοδήποτε λαμπρός, δεν μπορεί να ανατρέψει ό,τι πάντοτε δίδαξε η Εκκλησία. Ούτε ένας μεμονωμένος ιεράρχης, οσοδήποτε υψηλή η θέση του.
  3. Η παράδοση εκτείνεται σε ολόκληρη τη Εκκλησία. Από τα πέρατα γης ως τα έσχατά της, σε βάθος αιώνων, οι Πατέρες ομιλούν με μία φωνή σε ουσιώδη ζητήματα. Αυτό αναζητούμε.

Ο Μητροπολίτης Νεόφυτος Μόρφου, αποδίδοντας τη διδασκαλία του Αγίου Πορφυρίου, του Αγίου Ιακώβου, και του Αγίου Παϊσίου, το έθεσε απλά:

Άκου τους Αγίους, παιδί μου. Οι επίσκοποι μπορεί να κάνουν λάθος. Οι πατριάρχες μπορεί να κάνουν λάθος. Οι σύνοδοι μπορεί να κάνουν λάθος. Εκεί που έχεις αγίους που συμφωνούν, δεν έχεις λάθη! Αυτό λέγεται συμφωνία των Πατέρων.

— Μητροπολίτης Νεόφυτος Μόρφου, αναφέροντας τη διδασκαλία του Αγίου Πορφυρίου, του Αγίου Ιακώβου, και του Αγίου Παϊσίου του Αγιορείτη

Οι επίσκοποι μπορεί να σφάλουν. Οι πατριάρχες μπορεί να σφάλουν. Ακόμη και οι σύνοδοι μπορεί να σφάλουν. Η συμφωνία των αγίων δεν μπορεί, γιατί το Άγιο Πνεύμα ομιλεί δια της συλλογικής μαρτυρίας τους.

Ο Άγιος Ιγνάτιος Μπριαντσανίνοφ, ο μεγάλος Ρώσος άγιος και θεολόγος του 19ου αιώνα, έγραψε στο The Field (Ο Αγρός):

Πάντα τα συγγράμματα των Αγίων Πατέρων συνετέθησαν δι’ εμπνεύσεως ή υπό τη επιρροή του Αγίου Πνεύματος. Τι θαυμαστή συμφωνία έχουν μεταξύ τους! Τι απίστευτη ομοφωνία! Εκείνος που καθοδηγείται απ’ αυτά έχει, αναμφίβολα, τον ίδιο το Άγιο Πνεύμα ως οδηγό.

— Άγιος Ιγνάτιος Μπριαντσανίνοφ, The Field (Ο Αγρός), «Περί Αναγνώσεως των Αγίων Πατέρων», σ. 27

Θαυμαστή συμφωνία. Απίστευτη ομοφωνία. Και η συνέπεια: εκείνος που ακολουθεί τους Πατέρες έχει το Άγιο Πνεύμα ως οδηγό. Αυτό σημαίνει στη πράξη η consensus patrum. Η ποικιλομορφία των συνθηκών των Πατέρων, οι αιώνες, οι γλώσσες τους, κι όμως η ενότητα της διδασκαλίας τους σε ζητήματα πίστεως: αυτό είναι το σημάδι του Αγίου Πνεύματος που ομιλεί δι’ αυτών.

Ο Άγιος Βικέντιος Λερινών έδωσε σε αυτή τη αρχή τη πιο διάσημη διατύπωσή της, τα τρία κριτήρια αναγνωρίσεως αυθεντικής παραδόσεως:

Πρέπει να ληφθεί κάθε δυνατή μέριμνα ώστε να κρατούμε εκείνη τη πίστη που πιστεύθηκε πανταχού, πάντοτε, υπό πάντων.

— Άγιος Βικέντιος Λερινών, Commonitorium, 2

Οικουμενικότητα, αρχαιότητα, συναίνεση. Αυτό που πιστεύθηκε πανταχού (όχι μόνο σε μία σχολή), πάντοτε (όχι μόνο σε μία εποχή), και υπό πάντων (όχι μόνο υπό ενός θεολόγου). Αυτά τα τρία κριτήρια αποτελούν το πρακτικό μέτρο της consensus patrum.

Ο Άγιος Βικέντιος διευκρινίζει επίσης ποίων οι γνώμες μετρούν κατά τη εφαρμογή αυτού του μέτρου. Δεν καθίσταται μάρτυς της παραδόσεως κάθε συγγραφέας που επικαλείται τους Πατέρες:

Μόνον αι γνώμαι εκείνων των Πατέρων πρέπει να χρησιμοποιούνται προς σύγκρισιν, οι οποίοι ζώντες και διδάσκοντες, οσίως, σοφώς, και μετά σταθερότητος, εν τη Καθολική πίστει και κοινωνία, ηξιώθησαν είτε να αποθάνουν εν τη πίστει του Χριστού, είτε να υποστούν μακαρίως θάνατον υπέρ Χριστού.

— Άγιος Βικέντιος Λερινών, Commonitorium, 28

«Εν τη Καθολική πίστει και κοινωνία.» Το πνευματικό κριτήριο (αγιότητα, σοφία, σταθερότητα) και το εκκλησιαστικό κριτήριο (παραμονή εντός κοινωνίας της Καθολικής Εκκλησίας) είναι αδιαχώριστα. Κανείς δεν μπορεί να επικαλεστεί τη συναίνεση των Πατέρων εκτός της κοινωνίας που τη παρήγαγε.

Ο Άγιος Βικέντιος παρέχει επίσης τη σειρά προτεραιότητας όταν ανακύπτουν πλάνες. Αν μέρος της Εκκλησίας αντιτίθεται στο σύνολο, αν καινοτομία αμφισβητεί τη αρχαιότητα, ή αν η διαφωνία ολίγων αντιφάσκει στη συναίνεση πολλών:

Πρέπει να προτιμούν τη υγίεια του συνόλου αντί τη φθορά μέρους· εντός αυτού του ίδιου συνόλου πρέπει να προτιμούν τη ευσέβεια της αρχαιότητος αντί τη ασέβεια της καινοτομίας· και εντός αυτής της αρχαιότητος, ωσαύτως, αντί στη τόλμη ενός ή ελαχίστων πρέπει να προτιμούν, πρωτίστως, τα γενικά ψηφίσματα, αν υπάρχουν τέτοια, Οικουμενικής Συνόδου, ή αν δεν υπάρχουν, τότε, ό,τι αμέσως ακολουθεί, να ακολουθούν τη σύμφωνη πεποίθηση πολλών και μεγάλων διδασκάλων.

— Άγιος Βικέντιος Λερινών, Commonitorium, 27

Η προτεραιότητα είναι ρητή: Οικουμενική Σύνοδος πρώτα· όταν δεν έχει αποφανθεί σύνοδος, η σύμφωνη πεποίθηση πολλών εγκεκριμένων Πατέρων.

Τρεις αιώνες πριν τον Άγιο Βικέντιο, ο Άγιος Ειρηναίος Λυώνος, μαθητής του Αγίου Πολυκάρπου που γνώρισε ο ίδιος τον απόστολο Ιωάννη, είχε ήδη περιγράψει αυτή τη πραγματικότητα:

Η Εκκλησία, παραλαβούσα τούτο το κήρυγμα και ταύτην τη πίστη, μολονότι διεσπαρμένη σε ολόκληρο τον κόσμο, ωσάν να κατοικεί σε μία οικία, τα φυλάσσει μετά επιμελείας. Πιστεύει ωσαύτως εις αυτά τα σημεία δόγματος ωσάν να είχε μίαν μόνην ψυχήν, και μίαν και τη αυτήν καρδίαν, και τα κηρύσσει, και τα διδάσκει, και τα παραδίδει, μεθ’ αρμονίας τελείας, ωσάν να κατείχε ένα μόνο στόμα. Διότι, μολονότι αι γλώσσαι του κόσμου είναι ανόμοιαι, εν τούτοις η σημασία της παραδόσεως είναι μία και η αυτή. Όπως ο ήλιος, εκείνο το κτίσμα του Θεού, είναι εις και ο αυτός εις ολόκληρον τον κόσμον, ούτω και το κήρυγμα της αληθείας λάμπει πανταχού, και φωτίζει πάντας τους ανθρώπους που θέλουν να έλθουν εις επίγνωσιν αληθείας.

— Άγιος Ειρηναίος Λυώνος, Κατά Αιρέσεων Ι.10.2

Μία οικία, μία ψυχή, μία καρδία, ένα στόμα: και αυτό σε Εκκλησία 2ου αιώνα ήδη διεσπαρμένη από Γερμανία ώς Λιβύη, ομιλούσα δώδεκα γλώσσες. Η ενότητα που περιγράφει ο Άγιος Ειρηναίος είναι οργανική, έργο του Αγίου Πνεύματος σε αγίους που μοιράζονται τη ίδια πίστη γιατί μοιράζονται τον ίδιο Θεό.

Όταν ομιλούμε περί «πατερικής συναινέσεως» σε συγκεκριμένο θέμα, δεν εννοούμε αριθμητική και ποσοτικοποιήσιμη πλειοψηφία. Εννοούμε τις διδασκαλίες αγίων που αναγνωρίζονται ως οι πλέον αυθεντικοί σε δεδομένο θέμα: τη συμφωνία μεταξύ εκείνων που, δια καθάρσεως, φωτισμού, και θεώσεως (ενώσεως μετά Θεού), επέτυχαν εμπειρική γνώση Θεού και μπορούν να καθοδηγήσουν τους πιστούς προς σωτηρία.[2]

Η ακολούθηση της Εκκλησίας σημαίνει ακολούθηση των Αγίων Πατέρων. Κάθε Οικουμενική Σύνοδος ξεκινούσε τους δογματικούς ορισμούς με τη φόρμουλα «Ἑπόμενοι τοῖς ἁγίοις πατράσι» (Ακολουθώντας τους Αγίους Πατέρες), γιατί οι σύνοδοι κατανοούσαν τους εαυτούς τους ως μάρτυρες αυτού που πάντοτε δίδασκαν οι Πατέρες, όχι ως νομοθέτες επινοούντες νέο δόγμα. Και η ακολούθηση των Αγίων Πατέρων αρχαίων χρόνων σημαίνει ακολούθηση των Αγίων Πατέρων των ημερών μας που μετέχουν στη ίδια εμπειρία καθάρσεως, φωτισμού, και θεώσεως με τους Αγίους Πατέρες πριν από αυτούς.

Ποιος είναι Αληθινός Θεολόγος;

Στην ορθόδοξη χριστιανική παράδοση, ο αυθεντικός θεολόγος ορίζεται από τη άμεση ή έμμεση συνάντηση με τις θείες πραγματικότητες, η οποία τον καθιστά ικανό να διακρίνει τις ενέργειες του Θεού από εκείνες των κτισμάτων, ιδιαίτερα τις απατηλές ενέργειες του διαβόλου και των δαιμόνων.[3]

Ο π. Ιωάννης Ρωμανίδης, στα θεμελιώδη έργα του Δογματική και Συμβολική Θεολογία και Πατερική Θεολογία, διατυπώνει τα χαρακτηριστικά του αυθεντικού ορθοδόξου θεολόγου:

Συνοπτικά: η γνώση των ενεργειών του Θεού αποκτάται είτε αμέσως δια θείου φωτισμού ή θεωρίας, είτε εμμέσως δια των διδασκαλιών των προφητών, αποστόλων, αγίων, της Αγίας Γραφής, των συγγραμμάτων των Πατέρων της Εκκλησίας, και των αποφάσεων και πρακτικών Οικουμενικών και Τοπικών Συνόδων. Η διάκριση, η ικανότητα να διακρίνει κανείς μεταξύ ενεργειών του Θεού και ενεργειών κτισμάτων (ιδίως δαιμονικών επιρροών), είναι ουσιώδης. Η άσκηση πνευματικού αγώνα είναι εξίσου αναγκαία: θεολόγος αγνοών τις τακτικές του εχθρού δεν δύναται να επιδιώξει τον δικό του αγιασμό, πολλώ μάλλον να καθοδηγήσει ή να θεραπεύσει άλλους. Τα στάδια πνευματικής αναπτύξεως είναι αναπόσπαστα μέρη της κατανόησης της δογματικής διδασκαλίας και ιεράς παράδοσης της Εκκλησίας.

Ένας καθηγητής θεολογίας σε κορυφαίο πανεπιστήμιο, αν δεν έχει προοδεύσει δια της καθάρσεως προς τον φωτισμό, δεν είναι θεολόγος κατά τη ορθόδοξη έννοια. Είναι μελετητής θεολογίας, πράγμα εντελώς διαφορετικό. Τα ακαδημαϊκά του διαπιστευτήρια δεν του χορηγούν καμία εξουσία να ερμηνεύει τους Πατέρες ή να αποφαίνεται σε ζητήματα αιρέσεως.

Αντιστρόφως, ένας αγράμματος μοναχός στη έρημο που έχει φτάσει σε θέωση είναι αληθινός θεολόγος, ανεξαρτήτως αν έχει ποτέ διαβάσει βιβλίο. Η εμπειρική γνώση του Θεού του χαρίζει τη διάκριση να αναγνωρίζει τη αλήθεια από το ψεύδος.

Ο Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος διατύπωσε αυτή τη αρχή με χαρακτηριστική ακρίβεια:

Ἁγνεία ἐστί, τὸν μαθητὴν αὐτῆς θεολόγον ποιήσασα, ἐξ ἑαυτοῦ τὰ τῆς Τριάδος δόγματα συλλαβεῖν πεποιηκυῖα.

— Αγίου Ιωάννου της Κλίμακος, Κλίμαξ, Λόγος Λ΄

Καμία θεολογία δεν υφίσταται εκτός των ορίων της πνευματικής εμπειρίας.

Τα Στάδια Πνευματικής Αναπτύξεως

Η πορεία προς τη θεολογία είναι αδιαχώριστη από τα στάδια πνευματικής τελειώσεως που περιγράφουν η Γραφή και η Παράδοση. Οι Πατέρες περιγράφουν τρία: κάθαρση, τον καθαρμό από τα πάθη που σκοτίζουν τον νου· φωτισμό, τη διαρκή φώτιση του νοός (του πνευματικού νοός, του οφθαλμού της ψυχής) που μεταμορφώνει τη ικανότητα της ψυχής να αντιλαμβάνεται πνευματικές πραγματικότητες· και θέωση, τη θεωρία της δόξας του Θεού, βιωμένη κατ’ εξοχήν από τους αποστόλους στη Μεταμόρφωση και τη Πεντηκοστή.[4]

Οι άγιοι των οποίων τα συγγράμματα παραθέτουμε σε ολόκληρο αυτό το βιβλίο έζησαν αυτά τα στάδια. Όταν οι άγιοι ομιλούν περί αιρέσεως, ομιλούν από βιωματική εμπειρία Θεού. Τα λόγια τους έχουν βαρύτητα γιατί προέρχονται από μεταμορφωμένες ψυχές που είδαν τον Θεό.

Γιατί Συμφωνούν οι Άγιοι

Αν η συναίνεση των Πατέρων είναι το μέτρο της αληθείας, πρέπει να ρωτήσουμε: γιατί συμφωνούν; Η απάντηση βρίσκεται στην ίδια τη Γραφή.

Ο Χριστός υποσχέθηκε στους αποστόλους Του: «ὅταν δὲ ἔλθῃ ἐκεῖνος, τὸ Πνεῦμα τῆς ἀληθείας, ὁδηγήσει ὑμᾶς εἰς πᾶσαν τὴν ἀλήθειαν» (Ιωαν. 16:13). Όχι μερική αλήθεια, όχι τοπική αλήθεια, όχι αλήθεια που μεταβάλλεται ανά εποχή ή πολιτισμό: πᾶσαν τὴν ἀλήθειαν. Ο απόστολος Παύλος εξηγεί τον μηχανισμό: «ἡμῖν δὲ ὁ Θεὸς ἀπεκάλυψε διὰ τοῦ Πνεύματος αὐτοῦ· τὸ γὰρ Πνεῦμα πάντα ἐρευνᾷ, καὶ τὰ βάθη τοῦ Θεοῦ… ἡμεῖς δὲ νοῦν Χριστοῦ ἔχομεν» (Α΄ Κορ. 2:10, 16). Εκείνοι που λαμβάνουν το Πνεύμα λαμβάνουν τον ίδιο νου: τον νου του Χριστού. Γι’ αυτό η πρώτη κοινότητα πιστών περιγράφεται ως «ἦν καρδία καὶ ψυχὴ μία» (Πραξ. 4:32), και γι’ αυτό ο Παύλος προτρέπει τους Εφεσίους να τηρούν «τὴν ἑνότητα τοῦ Πνεύματος ἐν τῷ συνδέσμῳ τῆς εἰρήνης», διότι «ἓν σῶμα καὶ ἓν Πνεῦμα… εἷς Κύριος, μία πίστις, ἓν βάπτισμα» (Εφ. 4:3-6). Η ενότητα δίδεται από το Πνεύμα και αναγνωρίζεται από εκείνους που Τον κατέχουν.

Ο απόστολος Ιωάννης το καθιστά ρητό: «ὑμεῖς χρῖσμα ἔχετε ἀπὸ τοῦ ἁγίου καὶ οἴδατε πάντα… τὸ αὐτὸ χρῖσμα διδάσκει ὑμᾶς περὶ πάντων, καὶ ἀληθές ἐστι καὶ οὐκ ἔστι ψεῦδος» (Α΄ Ιωαν. 2:20, 27). Το ίδιο χρίσμα, το ίδιο Πνεύμα, διδάσκει τη ίδια αλήθεια σε όλους όσοι Τον δέχονται, σε κάθε αιώνα, κάθε γλώσσα, κάθε ήπειρο. Και επειδή το Πνεύμα είναι ο συγγραφέας της Γραφής, η ιδιωτική ερμηνεία αποκλείεται εξ ορισμού: «πᾶσα προφητεία γραφῆς ἰδίας ἐπιλύσεως οὐ γίνεται· οὐ γὰρ θελήματι ἀνθρώπου ἠνέχθη ποτὲ προφητεία, ἀλλ᾿ ὑπὸ Πνεύματος Ἁγίου φερόμενοι ἐλάλησαν οἱ ἅγιοι Θεοῦ ἄνθρωποι» (Β΄ Πέτρ. 1:20-21). Το Πνεύμα που ελάλησε δια των προφητών και αποστόλων είναι το ίδιο Πνεύμα που ομιλεί δια των Πατέρων που τους ερμηνεύουν.

Η πρώτη σύνοδος της Εκκλησίας, στα Ιεροσόλυμα, θεμελίωσε το πρότυπο. Όταν οι απόστολοι κατέληξαν στη απόφασή τους, δεν είπαν «μας φάνηκε σωστό μετά από επιμελή συζήτηση». Είπαν: «ἔδοξε γὰρ τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι καὶ ἡμῖν» (Πραξ. 15:28). Γνώριζαν τι έδοξε στο Πνεύμα γιατί το Πνεύμα ενεργούσε εντός τους. Ο π. Ιωάννης Ρωμανίδης σχολιάζει: «Πώς γνωρίζουν τι “ἔδοξε τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι”; Γνωρίζουν γιατί το Άγιο Πνεύμα ήταν μέσα τους και Το είχαν βιώσει.»[5]

Αυτό ακριβώς το γραφικό πρότυπο εννοούν οι Πατέρες με τη consensus patrum. Άγιοι που βαδίζουν τον ίδιο δρόμο καθάρσεως, φωτισμού, και θεώσεως φτάνουν στον ίδιο προορισμό, γιατί το ίδιο Πνεύμα τους καθοδηγεί όλους. Η συμφωνία τους αναγνωρίζεται, ποτέ δεν διαπραγματεύεται. Όπως εξηγεί ο Ρωμανίδης:

Ούτε ο φωτισμός ούτε η θέωση μπορούν να θεσμοποιηθούν. Η ταυτότητα αυτής της εμπειρίας φωτισμού και θεώσεως μεταξύ εκείνων που κατέχουν τα χαρίσματα, που βρίσκονται σε αυτές τις καταστάσεις, δεν απαιτεί κατ’ ανάγκη ταυτότητα δογματικής εκφράσεως, ιδίως όταν οι χαρισματούχοι απέχουν γεωγραφικά επί μεγάλα χρονικά διαστήματα. Εν πάσῃ περιπτώσει, όταν συναντηθούν, συμφωνούν ευκόλως περί της αυτής μορφής δογματικής διατυπώσεως των πανομοιοτύπων εμπειριών τους.

— π. Ιωάννης Ρωμανίδης, στο Μητρ. Ιεροθέου Βλάχου, Ο Νους της Ορθοδόξου Εκκλησίας (Λεβαδεία: Ι. Μ. Γενεθλίου Θεοτόκου, 2010), σ. 178

Ένας άγιος στη Αίγυπτο του 4ου αιώνα και ένας άγιος στη Θεσσαλονίκη του 14ου αιώνα, ο καθένας φτάνοντας ανεξάρτητα σε θέωση, ανακαλύπτουν κατά τη συνάντησή τους ότι μοιράζονται τη ίδια πίστη. «Συμφωνούν ευκόλως» γιατί το Άγιο Πνεύμα, που οδήγησε αμφοτέρους δια καθάρσεως και φωτισμού προς τη θέα του Θεού, είναι ένα και το αυτό Πνεύμα. Αν οι άγιοι συμφωνούν γιατί το Πνεύμα ομιλεί δια της κοινής τους εμπειρίας, τότε η διαφωνία με τη συναίνεσή τους αποτελεί απομάκρυνση από τη μαρτυρία του Πνεύματος.

Γι’ αυτό ακριβώς οι Οικουμενικές Σύνοδοι φέρουν το βάρος που φέρουν. Οι σύνοδοι διατύπωσαν αυτό που οι δοξασμένοι Πατέρες γνώριζαν ήδη από εμπειρία. Το πρότυπο των Πράξεων 15 επαναλήφθηκε σε βάθος αιώνων: επίσκοποι που κατείχαν τη νοερά προσευχή (τη αδιάλειπτη προσευχή του Αγίου Πνεύματος στη καρδία) συνήλθαν και αναγνώρισαν τη ίδια αλήθεια που το Πνεύμα είχε ήδη επιβεβαιώσει στις καρδιές τους. Όπως καταγράφει ο Μητροπολίτης Ιερόθεος:

Οι επίσκοποι εκείνης της εποχής είχαν αυτού του είδους τη πνευματική εμπειρία, και όταν συνέρχονταν ως σώμα, γνώριζαν τι τους βεβαίωνε το Άγιο Πνεύμα εντός των καρδιών τους επί συγκεκριμένου ζητήματος. Και όταν λάμβαναν αποφάσεις, γνώριζαν ότι οι αποφάσεις τους ήταν ορθές. Γιατί βρίσκονταν σε κατάσταση φωτισμού, και κάποιοι εξ αυτών είχαν φτάσει ακόμη και σε θέωση.

— π. Ιωάννης Ρωμανίδης, στο Μητρ. Ιεροθέου Βλάχου, Εμπειρική Δογματική της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας, τόμ. 2 (Λεβαδεία: Ι. Μ. Γενεθλίου Θεοτόκου, 2013), σ. 388

Οι δοξασμένοι Πατέρες έδωσαν εγκυρότητα στη Σύνοδο, όχι η Σύνοδος στους Πατέρες.[6]

Γιατί Πρέπει να Επικαλούμαστε τους Πατέρες

Αν το Άγιο Πνεύμα οδηγεί τους δοξασμένους «εἰς πᾶσαν τὴν ἀλήθειαν», κάποιος μπορεί να ρωτήσει: γιατί να επικαλούμαστε γραπτή συναίνεση; Γιατί να μη περιμένουμε απλώς το Πνεύμα να ομιλήσει απευθείας;

Η απάντηση είναι ότι δεν έχουν όλοι δοξασθεί. Οι περισσότεροι χριστιανοί βρίσκονται στη οδό της καθάρσεως· κάποιοι έχουν προχωρήσει στον φωτισμό· ελάχιστοι έχουν φτάσει σε θέωση. Εκείνοι που δεν έχουν ακόμη φτάσει σε δοξασμό δεν κατέχουν άμεση εμπειρική γνώση Θεού. Χρειάζονται όμως ορθή πίστη για να βαδίσουν τον δρόμο που οδηγεί εκεί. Σε αυτό το σημείο η συναίνεση των δοξασμένων Πατέρων γίνεται αναντικατάστατη. Ο Ρωμανίδης εξηγεί τη σχέση:

Αν κάποιος φτάσει στον φωτισμό και τον δοξασμό, έχει τη ίδια εμπειρία με όλους τους δοξασμένους, και επομένως ακριβώς τη ίδια γνώση με τους δοξασμένους. Γι’ αυτό τον λόγο, όλοι οι δοξασμένοι σε ολόκληρη τη ιστορία έχουν τη ίδια γνώση Θεού. Εκείνοι που γνωρίζουν περί Θεού μέσω των δοξασμένων έχουν ορθή πίστη στον Θεό. Η ορθή πίστη στον Θεό, ωστόσο, δεν σημαίνει γνώση Θεού. Το να γνωρίζεις τον Θεό «πρόσωπον προς πρόσωπον» είναι διαφορετικό από το να πιστεύεις ορθά στον Θεό επειδή έχεις τους δοξασμένους ως οδηγούς. Είναι σαν τη σχέση του φοιτητή αστρονομίας με τον ειδικό αστρονόμο που κοιτάζει μέσα από το τηλεσκόπιο. Ακριβώς η ίδια σχέση υφίσταται.

— π. Ιωάννης Ρωμανίδης, στο Μητρ. Ιεροθέου Βλάχου, Εμπειρική Δογματική της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας, τόμ. 2 (Λεβαδεία: Ι. Μ. Γενεθλίου Θεοτόκου, 2013), σσ. 312-313

Οι δοξασμένοι Πατέρες εξέφρασαν τη εμπειρία τους σε λόγια, έννοιες, δογματικούς ορισμούς, και κανόνες. Αυτά συνιστούν το διαγνωστικό και θεραπευτικό πλαίσιο της Εκκλησίας. Όπως λέει ο Ρωμανίδης: «Οι δοξασμένοι οι ίδιοι κατέχουν γνώση που υπερβαίνει τη γνώση, αλλά χρησιμοποιούν επίσης λόγια και έννοιες όταν ομιλούν σε άλλους. Επομένως η Αγία Γραφή δεν καταργείται. Η Αγία Γραφή χρησιμοποιείται από τους ίδιους τους δοξασμένους, γιατί είναι τα λόγια και οι έννοιες δια των οποίων άλλοι άνθρωποι οδηγούνται στη ίδια εμπειρία.»[7]

Αυτό έχει άμεσες συνέπειες για τον τρόπο λειτουργίας των επισκόπων. Στην αρχαία Εκκλησία, ο επίσκοπος εκλεγόταν επειδή είχε ήδη φτάσει τουλάχιστον στον φωτισμό· «η χειροτονία δεν τον καθιστά φωτισμένο· τον χειροτονούμε επειδή είναι φωτισμένος».[8] Ο επίσκοπος νοούνταν ως φορέας της διαγνωστικής και θεραπευτικής παραδόσεως της Εκκλησίας: κάποιος που γνώριζε από εμπειρία πώς να θεραπεύσει τη ψυχή και μπορούσε να καθοδηγήσει άλλους στη ίδια πορεία. Όταν ένας τέτοιος επίσκοπος τηρούσε τους κανόνες και τους δογματικούς ορισμούς των συνόδων, τηρούσε όρια τεθέντα από τους δοξασμένους υπό τη καθοδήγηση του Αγίου Πνεύματος: όρια που ο ίδιος μπορούσε να επαληθεύσει από τη δική του εμπειρία Θεού.

Όταν όμως επίσκοποι χωρίς φωτισμό ή δοξασμό κατέχουν αυτό το αξίωμα, και οι δοξασμένοι δεν είναι πλέον παρόντες να καθοδηγήσουν τις συνόδους, η γραπτή συναίνεση των Πατέρων γίνεται η μοναδική ασφαλιστική δικλείδα. Ένας επίσκοπος χωρίς εμπειρική γνώση Θεού μπορεί ακόμη να διαφυλάξει τη Ορθοδοξία τηρώντας πιστά αυτό που θέσπισαν οι δοξασμένοι. Αυτό που δεν μπορεί να κάνει είναι να καινοτομήσει. Το να αλλάζει κανείς τους δογματικούς ορισμούς χωρίς να κατέχει τη εμπειρία που τους παρήγαγε ισοδυναμεί με το να ξαναγράφει το ιατρικό εγχειρίδιο χωρίς ιατρική γνώση. Είναι, κατά τη αναλογία των Πατέρων, ο ασθενής του νοσοκομείου που αναλαμβάνει τον ρόλο του ιατρού.

Γι’ αυτό ο Άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος παρατήρησε ότι «πολλοί επίσκοποι στη Εκκλησία σήμερα θα ήταν λαϊκοί, όχι κληρικοί, στην αρχαία Εκκλησία»[9]: άνθρωποι χωρίς δοξασμό ούτε φωτισμό, που κάθονται εντούτοις στη καθέδρα εξουσίας. Τέτοιοι επίσκοποι υπηρετούν τη Εκκλησία νομίμως όταν τηρούν πιστά και επιβάλλουν τη συναίνεση των δοξασμένων Πατέρων. Προδίδουν το αξίωμά τους όταν αξιώνουν να τη τροποποιήσουν.

Αυτό ακριβώς απαιτούν και οι ίδιοι οι κανόνες, με αυστηρές ποινές σε περίπτωση ανυπακοής. Κάθε επίσκοπος ορκίζεται ενώπιον Θεού κατά τη χειροτονία του να τηρεί κάθε κανόνα της Εκκλησίας. Ο Κανών 2 της Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου απαιτεί ο υποψήφιος επίσκοπος να «εξετάζεται επιμελώς υπό του μητροπολίτου, αν είναι πρόθυμος να αναγινώσκει ερευνητικώς και ουχί επιπολαίως τους ιερούς Κανόνας και το ιερό Ευαγγέλιο… και να διδάσκει τον περί αυτόν λαό». Και αν δεν φροντίζει να το πράξει: «ας μη χειροτονηθεί. Διότι ο Θεός είπε προφητικώς: “Ἐπεὶ σὺ ἐπίγνωσιν ἀπώσω, κἀγὼ ἀπώσομαι σέ, τοῦ μὴ ἱερατεύειν μοι” (Ωσ. 4:6).»[10]

Ο Κανών 1 της Πενθέκτης Συνόδου (692), αφού επικύρωσε τους δογματικούς ορισμούς και των έξι προηγουμένων Οικουμενικών Συνόδων, κηρύσσει: «Ὁρίζομεν μηδὲν προσθεῖναι ἢ ἀφελεῖν ἐκ τῶν πρὸ ἡμῶν θεσπισθέντων.» Και αν κάποιος «τολμήσει να τα παρακάμψει, να αναθεματίζεται… και να εξαλειφθεί και εκδιωχθεί εκ του Χριστιανικού Καταλόγου ωσάν αλλότριος».[11]

Η Ζ΄ Οικουμενική Σύνοδος (787) συνόψισε τη αρχή σε μία μόνη πρόταση: «Εἴ τις πᾶσαν παράδοσιν ἐκκλησιαστικήν, ἔγγραφόν τε ἢ ἄγραφον, ἀθετεῖ, ἀνάθεμα.»[12]

Ο Κανών Ζ΄ της Γ΄ Οικουμενικής Συνόδου (Εφέσου) είναι ακόμη πιο ρητός:

Ὥρισεν ἡ ἁγία σύνοδος, ἑτέραν πίστιν μηδενὶ ἐξεῖναι προσφέρειν, ἤγουν συγγράφειν ἢ συντιθέναι, παρὰ τὴν ὁρισθεῖσαν παρὰ τῶν ἁγίων πατέρων τῶν ἐν τῇ Νικαέων πόλει σὺν Ἁγίῳ Πνεύματι συναχθέντων. Τοὺς δὲ τολμῶντας ἢ συντιθέναι πίστιν ἑτέραν… εἰ μὲν ἐπίσκοποι εἶεν ἢ κληρικοί, ἀλλοτρίους εἶναι τοὺς ἐπισκόπους τῆς ἐπισκοπῆς, καὶ τοὺς κληρικοὺς τοῦ κλήρου· εἰ δὲ λαϊκοὶ εἶεν, ἀναθεματίζεσθαι.

— Κανών Ζ΄, Γ΄ Οικουμενική Σύνοδος (Έφεσος, 431), εν Πηδαλίῳ, σ. 549

Ο Πατριάρχης Δοσίθεος Β΄ Ιεροσολύμων (1641-1707), ο οποίος συνέταξε τον Τόμο Καταλλαγής ως υπεράσπιση της ορθοδόξου διδασκαλίας κατά λατινικών καινοτομιών, διατύπωσε τη συνέπεια σε λόγια που δεν αφήνουν κανένα περιθώριο υπεκφυγής:

Ὁ δὲ τολμῶν ἀφαιρεῖν τι ἢ μίαν συλλαβὴν ἀφελεῖν ἢ ταράξαι ταῦτα ἐν ἐλαχίστῳ ἐν οἱῳδήποτε χρόνῳ, εἴτε πατριάρχης, εἴτε μητροπολίτης, εἴτε ἐπίσκοπος, εἴτε κληρικός, εἴτε μοναχός, εἴτε λαϊκός, ἢ οἱοσδήποτε, ὁ τοιοῦτος ὑπόκειται εἰς τὰ ἐπιτίμια τὰ ὁρισθέντα ὑπὸ τῶν Ἁγίων Πατέρων καὶ ἐκβάλλεται ἐκ τῆς συνάξεως τῶν πιστῶν καὶ ἀποκόπτεται ἐκ τῆς κοινωνίας τῶν Ὀρθοδόξων. Διότι, ὡσὰν σεσηπὸς μέλος, ἀποκόπτεται ἐκ τοῦ συνόλου τοῦ Σώματος τῆς Καθολικῆς καὶ Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ.

— Πατριάρχης Δοσίθεος Ιεροσολύμων, Τόμος Καταλλαγῆς 41:69

Καμία εξαίρεση βάσει βαθμού. Πατριάρχης, μητροπολίτης, επίσκοπος, κληρικός, μοναχός ή λαϊκός: όποιος τολμά να αλλάξει αυτό που θέσπισαν οι Πατέρες αποκόπτεται ωσάν σεσηπός μέλος. Ο Άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης, γράφοντας κατά τη εικονοκλαστική κρίση, διατύπωσε τη αρχή σε λόγια που οι ίδιοι οι κανόνες επιβεβαιώνουν:

Οὐδεμία ἐξουσία δέδοται τοῖς ἐπισκόποις παρὰ κανόνα τι πράττειν· ἀλλ᾿ ἕπεσθαι μόνον τοῖς δεδογμένοις, καὶ τοῖς πρὸ αὐτῶν ἀκολουθεῖν.

— Αγίου Θεοδώρου του Στουδίτου, Ἐπιστολή Ι.24 (πρὸς Θεόκτιστον τὸν Μάγιστρον), PG 99:1017

Ο Άγιος Ιωάννης ο Κασσιανός χαράσσει τη ίδια γραμμή από τη αντίθετη πλευρά, διδάσκοντας τους πιστούς ποίους να εμπιστεύονται:

Πρέπει σε κάθε περίπτωση να δείχνουμε ακλόνητη πίστη και ανεπιφύλακτη υπακοή όχι σε εκείνους τους θεσμούς και κανόνες που εισήχθησαν κατά τη βούληση ολίγων, αλλά σε εκείνους που παραδόθηκαν προ πολλού στις μεταγενέστερες εποχές υπό αναρίθμητων αγίων πατέρων εν ομονοία.

— Αγίου Ιωάννου του Κασσιανού, The Institutes (Τὰ Κοινοβιακά), Βιβλίο Ι.2.4, σ. 28

«Αναρίθμητοι άγιοι πατέρες εν ομονοία»: αυτή είναι η consensus patrum διατυπωμένη ως κανόνας υπακοής. Εμπιστεύσου αυτό που παραδόθηκε από πολλούς, επί αιώνες, σε συμφωνία. Δυσπίστησε σε ό,τι εισήχθη πρόσφατα, από ολίγους, σε αντίθεση με τη παράδοση.

Ο Κανών ΙΘ΄ της ίδιας Πενθέκτης Συνόδου προχωρά ακόμη περαιτέρω, ορίζοντας πώς πρέπει οι κληρικοί να διδάσκουν και να ερμηνεύουν:

Ορίζομεν ότι οι προϊστάμενοι των εκκλησιών κάθε ημέραν, ιδιαίτερα δε κατά τας Κυριακάς, πρέπει να διδάσκουν πάντα τον κλήρον και τον λαόν λόγους αληθείας εκ της Αγίας Γραφής, αναλύοντες τα νοήματα και τας κρίσεις της αληθείας, και μη εκτρεπόμενοι εκ των ήδη τεθέντων ορισμών, ή εκ της διδασκαλίας παραδεδομένης υπό των θεοφόρων Πατέρων· αλλά και αν ο λόγος αφορά χωρίον Γραφής, να μη το ερμηνεύουν διαφορετικά απ’ ό,τι οι φωστήρες και διδάσκαλοι της Εκκλησίας εν τοις ιδίοις συγγράμμασι παρέδωκαν· και μάλλον να αρκώνται εις αυτάς τας διδασκαλίας, παρά να επιχειρούν να συνθέτουν ιδικάς τους.

— Κανών ΙΘ΄, Πενθέκτη (ΣΤ΄) Οικουμενική Σύνοδος (692), εν Πηδαλίῳ, σ. 700

«Να αρκώνται εις αυτάς τας διδασκαλίας, παρά να επιχειρούν να συνθέτουν ιδικάς τους.» Οι κανόνες δεν ζητούν από τους επισκόπους να αξιολογήσουν τη διδασκαλία των Πατέρων με φρέσκο βλέμμα ή να προσφέρουν πρωτότυπες ερμηνείες της Γραφής. Ζητούν από τους επισκόπους να διδάσκουν αυτό που δίδαξαν οι θεοφόροι Πατέρες, να ερμηνεύουν τη Γραφή όπως τη ερμήνευσαν οι φωστήρες της Εκκλησίας, και να αρκούνται στο να επαναλαμβάνουν αυτό που οι δοξασμένοι έχουν ήδη θεσπίσει. Εκείνοι που διαφθείρουν αυτό το πλαίσιο θα λογοδοτήσουν στον Θεό για τη καταστροφή των ψυχών που τους εμπιστεύθηκαν.

Γι’ αυτό οι άγιοί μας επανειλημμένα δήλωναν ότι η διδασκαλία τους προέρχεται από τους Πατέρες: ο Άγιος Αθανάσιος δεν επινόησε «τίποτε εκτός» από αυτό που του παρέδωσαν οι Πατέρες· ο Άγιος Μάξιμος δεν είχε «κανένα δικό μου δόγμα»· ο Άγιος Συμεών Θεσσαλονίκης είπε «ουδέν ίδιον λέγομεν». Αυτές είναι οι αναγκαίες στάσεις κάθε ανθρώπου που κατανοεί τι αντιπροσωπεύει η consensus patrum. Οι Πατέρες που δεν έχουν φτάσει σε θέωση επαναλαμβάνουν αυτό που θέσπισαν οι δοξασμένοι. Οι Πατέρες που έχουν φτάσει σε θέωση ανακαλύπτουν, κατά τη εξέταση, ότι η εμπειρία τους επιβεβαιώνει ακριβώς αυτό που θεσπίστηκε πριν από αυτούς. Και στις δύο περιπτώσεις, η συναίνεση ισχύει.

Ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής διατύπωσε τη πρακτική δοκιμασία αυτής της αρχής στη δίκη του. Αφού απέδειξε τη ορθόδοξη θέση από τη Γραφή και τις συνόδους, απηύθυνε στους καινοτόμους πρόκληση που δεν απαντήθηκε ποτέ:

Οὐ χρὴ τοίνυν καινοτομεῖν καὶ τύποις χρῆσθαι ἀθεμελίωτοις ἐν Γραφῇ καὶ τοῖς τῶν Πατέρων λόγοις. Εὑρέ μοι πατέρα τινὰ εἰσερχόμενον εἰς τὸ νόημα ὧν εἶπες σὺ καὶ οἱ ὁμόφρονές σου.

— Αγίου Μαξίμου του Ομολογητή, εν Μεγάλῳ Συναξαριστῇ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, τόμ. 1 (Ιανουάριος), σ. 844

Το βάρος της αποδείξεως βαρύνει εκείνους που καινοτομούν. Αυτοί πρέπει να βρουν πατερική υποστήριξη για τις καινοτομίες τους. Εκείνοι που αντιστέκονται στη καινοτομία δεν χρειάζεται παρά να υποδείξουν τη συναίνεση που ήδη υπάρχει.

Οι Άγιοι ως Αυθεντίες

Δεδομένου αυτού του πλαισίου, μπορούμε να δούμε γιατί οι συγκεκριμένοι άγιοι που παρατίθενται σε ολόκληρο αυτό το βιβλίο φέρουν τη εξουσία που φέρουν. Οποιοσδήποτε μεμονωμένος άνθρωπος, οσοδήποτε άγιος, μπορεί να σφάλει σε συγκεκριμένο σημείο. Αλλά η συλλογική τους συμφωνία αποσείει τα ατομικά σφάλματα και επιβεβαιώνει αυτό που η Εκκλησία παρέλαβε από τους αποστόλους.

Ο Μέγας Αθανάσιος, ο στύλος που στάθηκε contra mundum κατά της αρειανικής αιρέσεως, δήλωσε τη δική του μέθοδο ευθέως:

κατὰ τὴν ἀποστολικὴν πίστιν τὴν παρὰ τῶν Πατέρων παραδοθεῖσαν ἡμῖν ἐδίδαξα, μηδὲν ἔξωθεν αὐτῆς ἐπινοήσας.

— Μεγάλου Αθανασίου, Ἐπιστολὴ πρὸς Σεραπίωνα 33 (PG 26:605C)

«Μηδὲν ἔξωθεν αὐτῆς ἐπινοήσας.» Αυτό είναι το μέτρο. Οι Πατέρες δεν καινοτόμησαν· μετέδωσαν.

Ο Άγιος Συμεών Θεσσαλονίκης διατύπωσε αυτή τη πατερική μέθοδο ευθέως:

Ἡμεῖς ἃ παρὰ τῶν Πατέρων ἐμάθομεν λέγομεν· οὐ γὰρ δεῖ ταῖς ἰδίαις ἐννοίαις πιστεύειν, καὶ διὰ τοῦτο οὐδὲν ἴδιον λέγομεν.

— Αγίου Συμεών Θεσσαλονίκης, Κατὰ Πασῶν τῶν Αἱρέσεων, κεφ. 18, σ. 66

Ο Άγιος Λεόντιος Βυζαντίου ανέδειξε τη πνευματική συνέπεια αυτής της πατερικής μεθόδου:

Ἐπειδὴ αὕτη ἐστὶν ἡ ὁμόφωνος διδασκαλία τῶν ἐπιφανῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, ἀσφαλῶς οἱ τοῦ αὐτοῦ Πνεύματος ἐκείνοις πλήρεις εὑρεθήσονται αὐτοῖς ἐν πᾶσι συμφωνοῦντες.

— Αγίου Λεοντίου Βυζαντίου, Ἅπαντα, σ. 430

Αν το Πνεύμα ομιλεί δια της συμφωνίας των αγίων, τότε εκείνοι που αντιφάσκουν σε αυτή τη συμφωνία αποκαλύπτουν κάτι για το ποίο πνεύμα τους καθοδηγεί.

Εύρος και Όρια

Η consensus patrum αφορά αποκλειστικά θεολογικά και πνευματικά ζητήματα, όχι επιστημονικά ή τεχνικά. Η εξουσία των Πατέρων της Εκκλησίας βρίσκεται στη βιωματική γνώση των ενεργειών του Θεού, στη διάκριση πνευματικών πραγματικοτήτων και στη διατύπωση δογματικών αληθειών, οι οποίες καθοδηγούν τη Ορθόδοξη Εκκλησία σε ζητήματα πίστεως, σωτηρίας και πνευματικής ζωής.

Τα επιστημονικά ή ιατρικά ερωτήματα βρίσκονται εκτός του πεδίου της consensus patrum. Ανήκουν στη σφαίρα της εμπειρικής γνώσεως και ειδικότητας, όχι της θείας αποκαλύψεως ή πνευματικής διακρίσεως. Οι Πατέρες ομιλούν με εξουσία περί σωτηρίας ψυχών, όχι περί ιατρικής πρακτικής ή φυσικών νόμων.

Ομοίως, αμιγώς ιστορικά ερωτήματα μπορεί να επιδέχονται θεμιτή διαφωνία. Ο Άγιος Νεκτάριος Αιγίνης, σύγχρονος άγιος και θεολόγος, αποτελεί παράδειγμα αυτής της λεπτής διακρίσεως. Στο έργο του Μελέτη Ιστορική περί των Αιτίων του Σχίσματος, αμφισβητεί ορισμένες εκκλησιαστικές παραδόσεις, όπως τους ισχυρισμούς περί επισκέψεως του Αποστόλου Πέτρου στη Ρώμη και τη βάπτιση του Αγίου Κωνσταντίνου υπό του Πάπα Σιλβέστρου Ρώμης. Σε αυτά τα ιστορικά ερωτήματα, τάσσεται με τη μειοψηφία αγίων, ιστορικών και σύγχρονων ακαδημαϊκών, αντί της πλειοψηφικής παραδόσεως που αντικατοπτρίζεται στα λειτουργικά κείμενα.[13]

Αυτό είναι σημαντικό. Ο Άγιος Νεκτάριος, δοξασμένος άγιος, αισθάνθηκε ελεύθερος να αμφισβητήσει ιστορικές παραδόσεις στερούμενες επαρκών αποδείξεων, ακριβώς επειδή πρόκειται για ιστορικούς ισχυρισμούς, όχι για ζητήματα θείας αποκαλύψεως ή σωτηριολογίας. Η παράδοση ότι ο Πέτρος επισκέφθηκε τη Ρώμη είναι ιστορικός ισχυρισμός. Η βάπτιση του Κωνσταντίνου υπό του Σιλβέστρου είναι ιστορική αφήγηση. Κανένα από τα δύο δεν αποτελεί δόγμα απαραίτητο για τη σωτηρία.

Ένας αληθινός θεολόγος, κατέχοντας το χάρισμα της διακρίσεως μεταξύ θείων και ανθρωπίνων επιρροών, μπορεί να αμφισβητήσει ιστορικές παραδόσεις όταν τα στοιχεία το δικαιολογούν, ιδιαίτερα όταν δεν θίγουν τον πυρήνα της ορθοδόξου πίστεως. Αυτό είναι διάκριση, όχι ανταρσία.

Σε θεολογικά όμως ζητήματα, σε ερωτήματα Χριστολογίας, σωτηριολογίας, εκκλησιολογίας και πνευματικής ζωής, η consensus patrum είναι δεσμευτική. Εδώ η ατομική γνώμη πρέπει να υποχωρεί ενώπιον της συλλογικής μαρτυρίας των αγίων.

Συνέπειες για Αυτό το Βιβλίο

Μπορούμε να αναγνωρίσουμε τη αίρεση χωρίς να περιμένουμε σύνοδο. Η αίρεση είναι αντικειμενική απόκλιση από τη παρακαταθήκη της πίστεως: «τῇ ἅπαξ παραδοθείσῃ τοῖς ἁγίοις πίστει» (Ιούδ. 1:3), «τὴν καλὴν παραθήκην» που ο Παύλος εντέλλεται τον Τιμόθεο να φυλάσσει «διὰ Πνεύματος Ἁγίου τοῦ ἐνοικοῦντος ἐν ἡμῖν» (Β΄ Τιμ. 1:14). «Ἅπαξ παραδοθείσῃ» σημαίνει ότι η πίστη δεν εξελίσσεται. Δόθηκε πλήρης. Οι άγιοι αγωνίζονται υπέρ αυτής· δεν τη βελτιώνουν. Η αίρεση υφίσταται ως αίρεση τη στιγμή που κάποιος διδάσκει αντιθέτως προς τους Πατέρες. Οι άγιοι δεν περίμεναν συνόδους. Ο Άγιος Υπάτιος Εφέσου αποχωρίστηκε από τον Νεστόριο, τον αιρετικό Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, τρία χρόνια πριν τον καταδικάσει η Γ΄ Οικουμενική Σύνοδος στη Έφεσο. Οι Ρώσοι Νεομάρτυρες αποχωρίστηκαν από τον Μητροπολίτη Σέργιο (Στραγκορόντσκι), ο οποίος υπέταξε τη Εκκλησία στο σοβιετικό κράτος, χωρίς καμία σύνοδο να τον καταδικάσει. Γνώριζαν τη πίστη, είδαν τη αντίφαση, και ενήργησαν.

Ο Άγιος Βικέντιος Λερινών περιέγραψε ακριβώς αυτή τη μέθοδο. Όταν καμία σύνοδος δεν έχει αντιμετωπίσει το ζήτημα:

Πρέπει να συγκεντρώσει και να συμβουλευθεί και να εξετάσει τις γνώμες των αρχαίων, εκείνων δηλαδή οι οποίοι, αν και έζησαν σε διαφορετικούς τόπους και χρόνους, ωστόσο παραμένοντας εν τη κοινωνία και πίστει της μιας Καθολικής Εκκλησίας, αναδεικνύονται ως αναγνωρισμένοι και εγκεκριμένοι αυθεντίες· και ό,τι διαπιστώσει ότι εκρατήθη, εγράφη, εδιδάχθη, όχι μόνον υπό ενός ή δύο εξ αυτών, αλλ’ υπό πάντων, ομοίως, μεθ’ ομοφωνίας, φανερώς, συχνώς, σταθερώς, πρέπει να κατανοήσει ότι και ο ίδιος οφείλει να το πιστεύει χωρίς αμφιβολία ή δισταγμό.

— Άγιος Βικέντιος Λερινών, Commonitorium, 3

Ακαδημαϊκοί θεολόγοι που υπερασπίζονται τον Πατριάρχη Κύριλλο δεν αποτελούν αυθεντίες κατά τη ορθόδοξη έννοια, εκτός αν έχουν προοδεύσει δια της καθάρσεως προς τον φωτισμό. Ένα διδακτορικό στη θεολογία δεν χορηγεί το χάρισμα της διακρίσεως. Η ακαδημαϊκή μονιμότητα δεν χορηγεί θέωση. Τα «προσεκτικά διατυπωμένα άρθρα τους, σχεδιασμένα να μη προσβάλουν κανέναν ισχυρό» δεν έχουν κανένα βάρος απέναντι στη ομόφωνη μαρτυρία των αγίων.

Οι άγιοι που παρατίθενται σε ολόκληρο αυτό το βιβλίο αποτελούν αυθεντίες ακριβώς επειδή έφτασαν σε θεωρία. Ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, ο Άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης, ο Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός, ο Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης, ο Γέροντας Εφραίμ Αριζόνας (ο Αγιορείτης γέροντας που ίδρυσε δώδεκα μοναστήρια στην Αμερική): αυτοί είναι πνευματοφόροι Πατέρες των οποίων η αυθεντία στηρίζεται στη βιωμένη συνάντηση με τον Θεό, όχι στο ότι βρίσκουμε τις απόψεις τους ευχάριστες.

Όταν ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής διέκοψε τη κοινωνία με τα πέντε πατριαρχεία λόγω του μονοθελητισμού (τη αίρεση ότι ο Χριστός είχε μόνο ένα θέλημα) και κατηγορήθηκε ότι καταδικάζει τον κόσμο, απάντησε:

Δεν έχω δικά μου δόγματα. Κρατώ μόνον τα κοινά της Καθολικής Εκκλησίας. Ουδεμία λέξη στη ομολογία πίστεώς μου μπορεί να χαρακτηριστεί ως δικό μου εύρημα.

— Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, εν Μεγάλῳ Συναξαριστῇ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, μτφρ. Holy Apostles Convent, τόμ. 1 (Ιανουάριος), σ. 857

Όταν οι επισκέπτες του τον πίεσαν περαιτέρω, «Εσύ λοιπόν μόνος θα σωθείς, ενώ όλοι οι άλλοι χάνονται;», ο Άγιος Μάξιμος απάντησε με το παράδειγμα του Προφήτη Δανιήλ και των Τριών Παίδων:

Όταν ο Ναβουχοδονόσορ κατασκεύασε χρυσή εικόνα στη επαρχία Βαβυλώνος, κάλεσε όλους τους άρχοντες να έλθουν στα εγκαίνια της εικόνος. Οι Άγιοι Τρεις Παίδες δεν κατέκριναν κανέναν. Δεν ασχολήθηκαν με τις πράξεις των άλλων, αλλά φρόντιζαν μόνο τη δική τους υπόθεση, μήπως εκπέσουν από τη αληθινή ευσέβεια. Όταν ο Δανιήλ ερρίφθη στον λάκκο των λεόντων, δεν κατέκρινε εκείνους που δεν προσεύχονταν στον Θεό προκειμένου να υπακούσουν στο διάταγμα του Δαρείου. Αντιθέτως, επικεντρώθηκε στο δικό του καθήκον. Προτίμησε να αποθάνει παρά να αμαρτήσει κατά της συνειδήσεώς του και να παραβεί τον νόμο του Θεού. Μη γένοιτο να κρίνω ή να καταδικάσω κανέναν ή να ισχυριστώ ότι μόνον εγώ θα σωθώ!

— Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, εν Μεγάλῳ Συναξαριστῇ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, μτφρ. Holy Apostles Convent, τόμ. 1 (Ιανουάριος), σ. 857

Κρατούσε τη κοινή πίστη. Δεν καινοτόμησε. Αποχωρίστηκε από εκείνους που καινοτόμησαν, και όταν κατηγορήθηκε ότι καταδικάζει τον κόσμο, αρνήθηκε τη κατηγορία εξ ολοκλήρου: οι Τρεις Παίδες δεν κατεδίκασαν τη Βαβυλώνα· απλώς αρνήθηκαν να προσκυνήσουν το είδωλό της. Δεν χρειάζονται πρωτότυπα επιχειρήματα ούτε προσωπική εξουσία. Αρκεί να κρατά κανείς αυτό που πάντοτε κρατούσε η Εκκλησία.

«Ποιος αποφασίζει;» είναι λάθος ερώτηση. Εκείνοι που ρωτούν «ποιος έχει εξουσία να κηρύξει τούτο αίρεση;» έχουν ήδη αποδεχθεί τη σύγχρονη νομικιστική θεώρηση. Έχουν αποδεχθεί ότι η αίρεση είναι νομική κατηγορία αντί οντολογικής. Αλλά η αίρεση δεν καθίσταται αίρεση όταν μία σύνοδος ψηφίζει γι’ αυτήν. Η αίρεση είναι αίρεση όταν αποκλίνει από τη διδασκαλία των Πατέρων. Η σύνοδος έρχεται αργότερα για να καταδικάσει επισήμως αυτό που ήταν ήδη απόκλιση.

Επομένως, το σωστό ερώτημα δεν είναι «ποιος αποφασίζει;» αλλά «τι διδάσκουν οι Πατέρες, και αυτό συμφωνεί μ’ εκείνο;»

Αυτό το βιβλίο παρουσιάζει τη συλλογική μαρτυρία των Πατέρων, αγίων, και γερόντων της Εκκλησίας μας. Ο αναγνώστης μπορεί να επαληθεύσει κάθε παράθεμα. Ο αναγνώστης μπορεί να πάει και να διαβάσει αυτές τις πηγές μόνος του. Αυτή είναι η μέθοδος.

Εκείνοι που παραμένουν κολλημένοι στο «ποιος αποφασίζει;» έχουν απορρίψει εξ ολοκλήρου αυτό το πατερικό πλαίσιο. Έχουν καταστήσει τους εαυτούς τους εξαρτημένους από ορθόδοξους γκουρού, είτε ιερείς, είτε θεολόγους, είτε ακαδημαϊκούς, για να τους διακρίνουν τη αίρεση. Αλλά δεν λειτουργούσαν έτσι οι άγιοί μας.

Εκείνοι που αισθάνονται τη Ορθοδοξία ζώντας τη ζωή χάριτός της, μέσα από τη επαφή με τους βίους των αγίων και τα πατερικά συγγράμματα, είναι ικανοί να αναγνωρίσουν τη εκδήλωση της αιρέσεως. Εκείνοι που δεν ανατράφηκαν σε αυτά, που δεν διαβάζουν τους Πατέρες, που δεν ασκούνται στη νοερά προσευχή, που δεν μετέχουν στα μυστήρια με κατανόηση, «δεν θα ξέρουν για τι τους μιλάς».[14]

Σε αυτούς θα δείξουμε ευγενικά τις διδασκαλίες και τους βίους Πατέρων, αγίων, γερόντων, και κανόνων, από τα οποία ωφεληθήκαμε κι εμείς, και τα οποία αποτελούν ολόκληρο το επιχείρημά μας.

Ας ολοκληρώσουμε αυτό τον σκοπό πιστά μέσα στον κόσμο, μέσα στον θόρυβο, ανάμεσα σε αμέτρητα πλήθη που ωθούνται κατά τη πλατεία οδό κυνηγώντας τον αυτόβουλο ορθολογισμό, ενώ εμείς βαδίζουμε τη στενή οδό υπακοής στη Εκκλησία και τους Αγίους Πατέρες. Δεν είναι πολλοί αυτοί που βαδίζουν αυτή τη οδό; Τι μ’ αυτό! Ο Σωτήρ είπε: «μὴ φοβοῦ, τὸ μικρὸν ποίμνιον· ὅτι εὐδόκησεν ὁ πατὴρ ὑμῶν δοῦναι ὑμῖν τὴν βασιλείαν» (Λουκ. 12:32). «Εἰσέλθετε διὰ τῆς στενῆς πύλης· ὅτι πλατεῖα ἡ πύλη καὶ εὐρύχωρος ἡ ὁδὸς ἡ ἀπάγουσα εἰς τὴν ἀπώλειαν, καὶ πολλοί εἰσιν οἱ εἰσερχόμενοι δι᾿ αὐτῆς· ὅτι στενὴ ἡ πύλη καὶ τεθλιμμένη ἡ ὁδὸς ἡ ἀπάγουσα εἰς τὴν ζωήν, καὶ ὀλίγοι εἰσὶν οἱ εὑρίσκοντες αὐτήν» (Ματθ. 7:13-14).

— Άγιος Ιγνάτιος Μπριαντσανίνοφ, Harbor for Our Hope (Λιμάνι για τη Ελπίδα μας), «Από το Χέρι και τη Καρδιά μου», σ. 156

Παράρτημα Β΄ Η Κανονική Υπόθεση Κατά της OCU
Συνεχίστε την ανάγνωση
  1. Πρωτότυπο ελληνικό: «οὐ τὸ σπάνιον νόμος τῇ ἐκκλησίᾳ «οὐδὲ μία χελιδὼν ἔαρ ποιεῖ», ὡς καὶ τῷ θεολόγῳ Γρηγορίῳ καὶ τῇ ἀληθείᾳ δοκεῖ· οὐδὲ λόγος εἷς δυνατὸς ὅλης ἐκκλησίας τῆς ἀπὸ γῆς περάτων μέχρι τῶν αὐτῆς περάτων ἀνατρέψαι παράδοσιν.»

  2. The Orthodox Ethos Team, On the Reception of the Heterodox into the Orthodox Church: The Patristic Consensus and Criteria (Περί Υποδοχής των Ετεροδόξων εις τη Ορθόδοξη Εκκλησία) (Uncut Mountain Press, 2023), σ. 65.

  3. π. Ιωάννης Ρωμανίδης, Δογματικὴ καὶ Συμβολικὴ Θεολογία τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, τόμ. 1.

  4. π. Ιωάννης Ρωμανίδης, Patristic Theology (Πατερική Θεολογία) (Uncut Mountain Press, 2008).

  5. π. Ιωάννης Ρωμανίδης, στο Μητρ. Ιεροθέου Βλάχου, Εμπειρική Δογματική της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας: Κατά τη Προφορική Διδασκαλία του π. Ιωάννη Ρωμανίδη, τόμ. 2 (Λεβαδεία: Ι. Μ. Γενεθλίου Θεοτόκου, 2013), σ. 44.

  6. Μητρ. Ιεροθέου Βλάχου, Εμπειρική Δογματική της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας: Κατά τη Προφορική Διδασκαλία του π. Ιωάννη Ρωμανίδη, τόμ. 2 (Λεβαδεία: Ι. Μ. Γενεθλίου Θεοτόκου, 2013), σ. 385.

  7. π. Ιωάννης Ρωμανίδης, στο Μητρ. Ιεροθέου Βλάχου, Εμπειρική Δογματική της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας: Κατά τη Προφορική Διδασκαλία του π. Ιωάννη Ρωμανίδη, τόμ. 2 (Λεβαδεία: Ι. Μ. Γενεθλίου Θεοτόκου, 2013), σ. 313.

  8. π. Ιωάννης Ρωμανίδης, στο Μητρ. Ιεροθέου Βλάχου, Εμπειρική Δογματική της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας: Κατά τη Προφορική Διδασκαλία του π. Ιωάννη Ρωμανίδη, τόμ. 2 (Λεβαδεία: Ι. Μ. Γενεθλίου Θεοτόκου, 2013), σ. 344.

  9. Άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος, παρατεθείς στο Μητρ. Ιεροθέου Βλάχου, Εμπειρική Δογματική της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας: Κατά τη Προφορική Διδασκαλία του π. Ιωάννη Ρωμανίδη, τόμ. 2 (Λεβαδεία: Ι. Μ. Γενεθλίου Θεοτόκου, 2013), σ. 346.

  10. Κανών 2, Ζ΄ Οικουμενική Σύνοδος (787), εν Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου και Αγίου Αγαπίου, Πηδάλιον.

  11. Κανών 1, Πενθέκτη (ΣΤ΄) Οικουμενική Σύνοδος (692), εν Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου και Αγίου Αγαπίου, Πηδάλιον, σσ. 667-671.

  12. Ζ΄ Οικουμενική Σύνοδος (Νίκαια Β΄, 787), στο Richard Price, μτφρ., The Acts of the Second Council of Nicaea (787), τόμ. 2 (Liverpool: Liverpool University Press, 2018), σ. 660.

  13. Αγίου Νεκταρίου Αιγίνης, Μελέτη Ιστορική: Περί των Αιτίων του Σχίσματος, περί της Αιωνίσεως αυτού, και περί του Δυνατού ή Αδυνάτου της Ενώσεως των Δύο Εκκλησιών Ανατολής και Δύσεως (Αθήναι: Τυπογραφείον Π. Λέοντος, 1911).

  14. π. Σεραφείμ Ρόουζ, «Ζηλωτές της Ορθοδοξίας», εν Father Seraphim Rose: His Life and Works (Πατήρ Σεραφείμ Ρόουζ: Η Ζωή και το Έργο του) (Αδελφότης Αγίου Ερμάνου Αλάσκας, 2003), κεφ. 52.

Press Esc or click anywhere to close